Θεόδωρος…….
Το πρώτο συναπάντημα. Κοντά είκοσι χρόνια πριν.
Ευλογία Θεία, Θεία συγκυρία, της τύχης Θεία εύνοια.
Η πρώτη σκέψη που γεννήθηκε: Οσιότητα.
Οσιότητα και η δεύτερη. Και η τρίτη και η τέταρτη….
Και αμυδρή η αμφιβολία, παρούσα ωστόσο.
Νικημένη, στο τέλος.
Φως. Αμυδρό, αλλά υπάρχον. Και εμμένον.
Φως επίμονο, φως καταλυτικό, φως λυτρωτικό.
Και μια απέραντη, αδιατάρακτη ηρεμία. Μια γαλήνη.
Μετριοπάθεια, γνώση, σοφία. Και ένα βάλσαμο, αεί υπάρχον.
Ακατάλυτο φως.
Εικόνα; Πραγματικότητα; Οπτασία; Ίσως.
Και η οσιότητα, που επανέρχεται και επανέρχεται.
Η οσιότητα που επιμένει. Διακριτική, αδιόρατη και ταπεινή.
Η Οσιότητα της Σοφίας και η Σοφία της Οσιότητας.
Οσιότητα, εγκόσμια. Και παγκόσμια.
Και ξάφνου γύρω σου, η πτήση των Αγγέλων. Χαμηλή πολλάκις.
Ψηλή ενίοτε. Διεκδικητική πάντοτε. Κι αυτό το δυσερμήνευτο,
διφορούμενο χαμόγελό τους. Αθώο; Ναι. Κτητικό; Ασφαλώς.
Ο χορός των Αγγέλων. Τριγύρω σου και πλάι σου και πάνω σου.
Ο χορός της αρπαγής, της ανάληψης ο χορός.
Ηχηρό το φτεροκόπημά τους.
Άγγελος, σε Αγγέλους ανάμεσα. Πορεύεσαι στην αιωνιότητα.
Που σε διεκδίκησε. Και που σε κέρδισε.
Ένα απόγευμα, στους πρόποδες του Υμηττού. Γενάρης.
Παγωνιά. Κενό. Μοναξιά. Κι ένα παγωμένο δάκρυ.
Που αδυνατούσε να κυλήσει, κρυσταλλωμένο στην άκρη της ψυχής μας.
Κι αυτή η αποτρόπαια αίσθηση του εφήμερου. Του αναπότρεπτα φευγαλέου.
Κι αν πέρα από τον πόνο κάτι απέμεινε, αυτό είναι το φως. Το αέναον φως.
Κι ο σπαραγμός της μάνας, που έσκισε τους βράχους.
Ο σπαραγμός που σκέπασε το φτεροκόπημα, αφήνοντας μετέωρους τους Αγγέλους.
Το στερνό αντίο, το στερνό φιλί, σε ένα μέτωπο παγωμένο.
Σε ένα μέτωπο αποστεωμένο, κρύα μεταλλική επιφάνεια.
Κι ένα χαλύβδινο χέρι, χέρι αδυσώπητο, να ξεριζώνει τις καρδιές μας.
Εφήμερο της ζήσης, σε συγχωρώ. Αιωνιότητα, σε καρτερώ.
Οσιότητα, σε ευχαριστώ.