Μοιρολόι
Θεόδωρος Παυλής – Το ασημοκάντηλο της Μάνης που έσβησε πρόωρα.
Αλήθεια, τι σύγνεφο να το ’φερε τούτο τ’ αστροπελέκι;
Αν ήρθε από τον ουρανό, ποτέ του να μη βρέξει.
Κι’ αν ήρθε από τη θάλασσα, και κείνη να στερέψει…
Επεσε κι έκαψε δεντρό, πανώριο κυπαρίσσι,
Που ’χε στη ρίζα κρύο νερό και κρουσταλένια βρύση.
Τους στρατολάτες δρόσιζε, πίναν οι διψασμένοι,
Ξαρρώσταιναν οι άρρωστοι, γιαίναν οι λαβωμένοι…
Τώρα η βρύση στέρεψε με το νερό το κρύο.
Τώρα η λύπη κι’ ο καυμός, τώρα στερνό αντίο…
Τίνος το λέει η γλώσσα του, τίνος το ξέρει ο νούς του
Να σου το βρεί , να σου το ειπεί το κάλλιο μοιρολόι;
Σένα σου πρέπουν Θόδωρε, εννιά μοιρολογίστρες.
Οι τρείς να κλαίνε το πρωί, οι τρείς το μεσημέρι
Και οι τρίτες οι στερνότερεςνα κλαίν το μεσονύχτι…
Οι τρείς να κλαίν’ τις χάρες σου, οι τρείς τη λεβεντιά σου
Και οι τρίτες οι στερνότερες για την καλή καρδιά σου…
Όλα τα δώρα του Θεού, Θόδωρε στ’ όνομά σου!
Που πας διαμάντι να κρυφτείς, μάλαμα να σκουριάσεις;
Που πας γαρύφαλλο ακριβό να κιτρινοφυλλιάσης;
Δε σούπρεπε, δε σου μοιαζε στην Κατουγής να πέσης
Μον’ σου πρεπε και σούμοιαζε στου Μάη το περιβόλι.
Να τρώς τα μήλα να μιλάς, τα ρόιδα να ροιδίζης,
και τα’ άσπρο σου το γιασεμί να το μοσχομυρίζεις…
Ο Χάρος τις σαίτες του ας τις μαλαματώσει,
Γιατί δεν άφησε καρδιά, χωρίς να την πληγώσει.
Ως τρέχουνε τα σύγνεφα, που τον καιρό ακλουθάνε,
Τρέχουν και τα ματάκια μας, όταν σε μελετάμε…
Άιντε, κορώνα, στο καλό και κεί που πας θα ρθούμε,
Ένα σημάδι μοναχά άφησε να σε βρούμε…
Αιωνία σου η μνήμη ακριβέ φίλε…